Σάββατο 11 Αυγούστου 2012

Μετά θάνατον- Ανακαλύπτοντας τον Παράδεισο.

 Ο Αποστόλης παρακολουθούσε με δέος το τέλος του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών μέσα στη σκοτεινή άμαξα. Με το που έπεσαν οι τίτλοι τέλους τα φώτα άναψαν και η άμαξα φρέναρε απότομα. Βγήκε ζαλισμένος έξω. Ήταν ακόμα πρωί. Κοίταξε τον οδηγό.
-Δε μου λες... Μήτσο είπαμε?
-Ναι.
-Πόσες ώρες ήταν το ταξίδι?
-Σε γήινα δεδομένα γύρω στις εννιά. Στα τωρινά μερικά δευτερόλεπτα. Κυλάει διαφορετικά ο χρόνος μέσα στην άμαξα απ' ό,τι απ' έξω.
-Σώπα...
-Αμέ! Λοιπόν, άντε Αποστόλη, θ'αργήσεις.
Ο Μήτσος κατέβηκε απ'το σκαμνάκι του οδηγού και έβγαλε απ'το πορτ μπαγκάζ τη στολή του Αποστόλη. Ξανανέβηκε στην άμαξα και χαϊδεύοντας το άλογό του έφυγε.
 Ο Αποστόλης κοίταξε γύρω του. Δέντρα, γρασίδι, λουλούδια. Βρισκόταν στη μέση ενός πλακόστρωτου δρόμου. Δεξιά κι αριστερά έβλεπε άσπρα σπιτάκια στη σειρά, όλα ίδια μεταξύ τους. Μια ταμπέλα έγραφε "ΟΔΟΣ ΜΑΡΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ".
-Τι Αμερικανιές είναι αυτές γαμώτο...

Έφτασε στο σπιτάκι με τον αριθμό 24 και ξεκλείδωσε την πόρτα. Μπαίνοντας μέσα έκανε ένα βήμα πίσω από την έκπληξη. Το σπίτι ήταν ακριβώς όπως το ήθελε σε όλη του τη ζωή. Μέχρι και η παραμικρή λεπτομέρεια ήταν προσεγμένη.
-Ευχαριστημένος?
Στο άκουσμα της γυναικείας φωνής ο Αποστόλης τρόμαξε. Πίσω του στεκόταν μια μελαχρινή κυρία με καλοκάγαθο χαμόγελο.
-Ναι, είναι ό,τι ονειρευόμουν...
-Χαίρομαι, χαίρομαι! Καλώς ήρθες!
-Ευχαριστώ! Αποστόλης Σωτηρίου!
-Μαρία Θεοτόκος.
-...πλάκα κάνεις.
-Όχι, όχι, εγώ είμαι.
Του χαμογέλασε. Λακκάκια σχηματίστηκαν στα μάγουλά της. 
-Έλα λίγο στο σαλόνι να τα πούμε. 
Κάθισαν σ'ένα ευρύχωρο καθιστικό με αρχαιοελληνικό ύφος, αγάλματα και τα συναφή.
-Ωραίο γούστο έχεις, Αποστόλη.
-Ευχαριστώ...Πώς ξέρατε τι ακριβώς θέλω?
-Είναι όλα γραμμένα στα πρακτικά.
-Είναι υπέροχο! Και δεν φανταζόμουν ότι ο Χριστιανισμός ικανοποιεί ματεριαλιστικές ανάγκες.
-Τι εννοείς?
-Περίμενα ο Παράδεισος να προβάλλει περισσότερο τις "μικρές χαρές της ζωής". Τώρα είμαι ικανός να κάθομαι στο σπίτι όλη μέρα!
-Ναι, αλλά για πόσο, Αποστόλη μου? Είναι στη φύση του ανθρώπου να βαριέται εύκολα. Σε κανα... χρόνο? Και πολύ σου λέω, θα τα έχεις βαρεθεί όλα αυτά. Τότε είναι που θα εκτιμήσεις την αξία της συντροφικότητας και της επικοινωνίας. Νάμα?
-Όχι, ευχαριστώ.
-Όπως θες. Λοιπόν, να πηγαίνω! Στις 2 ακριβώς έχουμε τραπέζι στο κέντρο. Τα Χερουβείμ έχουν φτιάξει εξαιρετικά φασολάκια. Αν θες, βγες έξω και βρες κάποιον αδερφό σου, να έρθετε μαζί.
-Φασολάκια πρώτη μέρα στον Παράδεισο? Κανένα κοντοσούβλι δεν υπάρχει?
Η Μαρία ανασήκωσε τα φρύδια της.
-Να σκοτώσουμε ζωντανό στον Παράδεισο? Έλα ρε Αποστόλη. Σοβαρέψου. Λοιπόν! Στο κομοδίνο θα βρεις ένα βιβλιαράκι με οδηγίες και κανόνες του Παραδείσου. Θα τα πούμε, καλέ μου.
Τον φίλησε σταυρωτά. Ο Αποστόλης την ξεπροβόδισε.
-Δε μας τα είπες αυτά ρε Χάρε...
Ενστικτωδώς βρήκε αμέσως το δωμάτιό του. Σε αντίθεση με το σαλόνι ήταν πολύ χαβανέζικο, με ένα χαμηλό κρεβάτι και γιρλάντες λουλουδιών να κρέμονται απ'το ταβάνι. Δίπλα στο κρεβάτι, στο κομοδίνο από μπαμπού βρήκε ένα βιβλιαράκι σαν εγχειρίδιο. Στο εξώφυλλο ήταν μια φωτογραφία του Χάρου και του Αποστόλη. Ο Αποστόλης κοιμόταν και ο Χάρος του έκανε κερατάκια.
-Ε, το μαλάκα.
Άνοιξε το βιβλίο. Τίτλος πουθενά.

Λίγα λόγια από το συγγραφέα. 
Γεια σου ρε Αποστόλη!
Ελπίζω να βολεύτηκες στο νέο σου σπιτικό. Εύχομαι μια ευχάριστη διαμονή μέχρι τη Δευτέρα(Παρουσία). Διάβασε καλά το βιβλίο, σε βάθος! Θα τα πούμε κάποια στιγμή. Φιλούμπες!

Υ.Γ.1: Τη φωτογραφία την έβγαλε ο οδηγός, να δεις πώς τον λέγανε... δε θυμάμαι, όταν πρωτομπήκες. Στο τρίωρο βαρέθηκα βέβαια (όλο κοιμόσουν) και βγήκα να οδηγήσω μαζί του.
Υ.Γ.2: Διάβασε αύριο τις οδηγίες και τους κανόνες. Τράβα να κάνεις φίλους, να δεις λίγο κόσμο. Ξενέρωτε.
Υ.Γ.3: Μη με ξαναπείς "μαλάκα", ντάξει? Θα το πω στον Πέτρο!

2 σχόλια: