...Μετά από την ξεφτίλα στο περίπτερο τρέχεις με σκυμμένο το κεφάλι στο σπίτι ελπίζοντας να μην συμβεί άλλη μια μαλακία και γίνεις πάλι ρόμπα. Μπαίνοντας στο διαμέρισμα, ανοίγεις την τηλεόραση σ'ένα ξεπεσμένο τοπικό κανάλι όπου μια αστρολόγος λέει τα ζώδια με ένα ηλίθιο χαμόγελο: "Όσοι έχετε τον Κρόνο σας στον Καρκίνο ίσως θα πρέπει να προσέχετε τις κινήσεις σας αυτό το δεκαήμερο, καθώς καραδοκούν ατυχίες και ίσως κάποια ερωτική απογοήτευση"... Σκέφτεσαι ότι ο πούστης ο Κρόνος πρέπει να φταίει που όλη η μέρα σού πάει σκατά, μέχρι που σου έρχεται μια περίεργη μυρωδιά στη μύτη. Την ακολουθείς σαν το σκυλί και σε οδηγεί στην κουζίνα σου, όπου το νερό που είχες βάλει πριν στο μπρίκι για να φτιάξεις γαλλικό μερακλίδικο έχει εξατμιστεί και όλη η κουζίνα μυρίζει σαν το μεταλλουργείο του χωριού σου. Σε πιάνει ένας ακατάπαυστος βήχας, παίρνεις το μπρίκι, το βάζεις στο νεροχύτη και ανοίγεις τη βρύση. Ω, συμφορά! Έχει γεμίσει ασφυκτικά με υδρατμούς το δωμάτιο ως απάνω. Και ο Κρόνος σου γελάει σαν μωρό. ("Χιούμορ")
Κάνεις αέρα μπροστά απ'τη μούρη σου για να βρεις την έξοδο, χτυπάς το κεφάλι σου στη γωνία του ψυγείου και τελικά, όταν καταφέρνεις να βγεις, κλείνεις την πόρτα πίσω σου. Αποφασίζεις να πας στην κοπέλα σου για να σου φτιάξει τη διάθεση. Ω, ναι. Μπορεί να είσαι ένα μηδενικό χωρίς δουλειά και με σπίτι που βρωμάει ζεσταμένο μέταλλο και υδρατμούς αλλά τουλάχιστον, ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ, έχεις κοπέλα.
Φοράς κάτι πρόχειρο, περιποιείσαι λίγο το χτύπημα απ'το ψυγείο στο κούτελό σου και πηγαίνεις στο σπίτι της με ένα τραντάφυλλο απ' τον κήπο του γείτονά της στο χέρι και ετοιμάζεσαι να της πεις κανένα ερωτόλογο, γιατί πραγματικά είναι το μόνο καλό πράγμα που σου έχει απομείνει. Χτυπάς την πόρτα, ανοίγει κατευθείαν και ξαφνιάζεται δυσάρεστα. "Γιώργο, δεν είσαι στη δουλειά"; Η κοπελιά είναι τυλιγμένη με ένα κόκκινο σεντόνι σαν γκέισα και μέσα, στο διάδρομο, αχνοφαίνεται μια γυμνή αντρική φιγούρα που τρέχει να βρει δωμάτιο να κρυφτεί απ'το οπτικό σου πεδίο. Κι εσύ έχεις απομείνει με το τριαντάφυλλο στο χέρι, τρισάθλιος και ελεϊνός. Οραματίζεσαι την κινηματογραφική μεταφορά της όλης σκηνής: Το λουλούδι στο χέρι σου να μαραίνεται απότομα, η κοπέλα σου να σου λέει με δάκρυα στα μάτια "Γιώργο, δεν είναι αυτό που νομίζεις", έπειτα εσύ να φεύγεις σαν χαμένος μέσα στην καταρρακτώδη βροχή, ενώ ως σάουντρακ παίζει ό,τι πιο θλιμμένο υπάρχει σε βιολί κι εσύ είσαι το θύμα της υπόθεσης. Ούτε καν όμως. Το τριαντάφυλλο δε λέει να λυγίσει ούτε πέταλο και η γκόμενα αρχίζει να σου φωνάζει "Και τι ήθελες να κάνω; Τόσους μήνες όλο δουλειά δουλειά δουλειά! Άσε το άλλο: Δεν σε έχω δει νομίζεις να σαλιαρίζεις με τη γειτόνισσα; Έκφυλε! Κάνω τη ζωούλα μου, κύριε"! Ο καιρός είναι χαρά Θεού και το μόνο σάουντρακ που ακούγεται είναι ένα αγροτικό που περνάει στο διπλανό τετράγωνο και έχει βάλει τέρμα την Παπα-Λάμπραινα. Όλα στραβά. ΟΛΑ. Ψάχνεις σαν τρελός έναν τρόπο να αυτοκτονήσεις εκεί, μπροστά της. Τίποτα. Όλα τόσο ασφαλή. Κι εσύ τόσο εκνευριστικά δειλός για να το κάνεις. Ούτε να αυτοκτονήσεις δε μπορείς. Θα περάσεις απλά το μαρτύριο μέχρι να μαζέψεις τα κομμάτια σου και ν'αρχίσεις απ'το μηδέν. Κι όλα αυτά επειδή σε λένε Γιώργο Παπαδόπουλο. Πού πας κι εσύ με τέτοιο όνομα;



